bara

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Σαμοθρακίτικη ντοπιολαλιά (Η κιαχαγιάς κι γ έλιγχους!)

Γεια σας!
-γειά σου κι σένα
Τι κάνετε κύριε Γιάννη;
-τι να κάν η κύριους Γιάννς άστα ,παλεύ να τα βγάλ πήα
Είναι δύσκολα ε;

-μον δύσκουλα ,τι ένι πλια κιο ,ας γήνταν η γιώρα μη τα κάρβνα μουου.
Σίγουρα κρυώνετε αλλά εδώ πού νανάψετε φωτιά ,ο αέρας…-ναι ναι, τώω ας μη νι γένουμαν,ναι λέγου ένι δύσκουλα μμ κρύου ξικρύου η τσιουμπάνς μη τα πράτατ,μμ κιο ξέρτι χάντιν κιόλα κι άστα ας ανάθημα ντου καλύτιου.
Εγώ είχα έρθει κι άλλη φορά και πήρα τις δηλώσεις που είχατε κάνει για την επιδότηση…εσείς τότε πόσα αιγοπρόβατα δηλώσατε.

-μμ πόσα να γείχα δηλουμένα κιαα όσα γείχα δεν απουμείναν μμ ας κάν –πλάκα αα ζήσουμ. Μνα ζορ ένι ,ζορ να κνυγάς γούλη μία ντ παλιόγα

Και έκανε τάχα πώς διώχνει την κατσίκα για να απομακρυνθεί από τη συζήτηση

-για δγιε,για δγιε! κκίτςς γιέρμ ,

Και πιο σιγά…. πάνι σιασιακεί καμ ξιπατουθεί η πιατκός, κιος αα μητήησ- καμπόσα!

Κυριε Γιάννη ,ελάτε κατά δω να βρούμε την άκρη

-κιο έδγιου δεν έχ ναι άκκι ναι μέσ- μουου κατ, αα γέν, έλα σιασιαδώ στου κουιτί να βγάλου κουμάτ χοιρνό κι ρακί να σι φλέψου, έκανι η κυράμ κι φρέσκου ψουμί ,έλα ζύγουσι ντε…

Ήρθε ο υπάλληλος κάθισε άναψε ο κύριος Γιάννης φωτιά όσο για να ψήσει λίπος χοιρινό.



Έβγαλε και ρακί αλλά δεν είχε ποτήρι

-ισένα αα σι βάλου στου καπακούδ να πίνς και …μονολόγησε ..κιο αα ίιξεις κιαπουπίσους ,μας ένι…

Ιγώ αα βάλου δουνά.

Έσκυψε απέσπασε μια φλούδα από δέντρο σα κούπα σχεδόν και τέλος πάντων τα βόλεψε

Έψησε το λίπος το έβαλε πάνω στη ζεστή φέτα έδωσε και το μπουκάλι κοντά του και…

-τώωγι μη ντέεπισι του φαγί δεν έχ ντουουπί όπγιους ντάαπκι πείνασι κι όποιους πνα τα τναζ τα σκιπάρνια.

Λοιπόν πόσα πρόβατα, πόσα κατσίκια έχετε;

-πράτα έχου καμνιά διακουσιαργιά κι αίγις καμνιά ικατόο, γίνι δε γίνι…

Τώω δε θμούμι πόσις πήι του ργιακ

Πότε έγινε αυτό;

-αυτόο …άιντι πίνι να πάει ζντη ψυς κιαα βούμι πότι κατήφκι η γιέργιακας.

Στην υγειά μας

-γεια, γεια μον γεια γιατί τσι προυάλις γιένα πιδί τσιουμπάνς δηλαδή θκος μας, κόντιψι να τα τναξ τα σκιπάρνια.

Κάθε πότε τα τινάζετε τα σκεπάρνια;

-μμμ ,θέλα ζντη πω ντη φκη μάιντι γείσι νέους κι έχς ψουμνιά ακόμα.

Έκανε πώς δεν κατάλαβε κι έτρωγε με βουλιμία, παρακινούσε όμως και τον ξένο

Μάιντι πίνι πίνι να κουκνίσ- του μάγλους γιατί σεις απ έεφ σιαπήα γείστι ντιπ ξιγλυστήιτις.

Μετά του λέει- ιγώ αα βάλου λίγου απ του μσιουκαδιάρκου κι τάλλου ένι θκός

Κύριε Γιαννη πριν ζαλιστώ να γράψω πόσα πρόβατα πόσα γίδια.

-γράψι ,όσα κι ντάλλ βουλά… έετόσα γίνι

Μαα προηγουμένως είπατε κάποια χάθηκαν

Μονολογεί…

-κιαα δε χαθήκαν γίνι σαλαμέτ μουου, πίνι

Έπινε έτρωγε έγειρε και λίγο προς το δέντρο και κοιμήθηκε

- ο κυρ Γιάννης πήγε μάζεψε τα ζώα στη στάνη ασφάλισε την πόρτα έδεσε και το σκύλο κοντά και γύρισε

- -για δγιε μεις οι γυπάλληλ,έεπνα μη ση κάναν για καμό, αα βγάλς απ τα χειράκιας ας κάν πλάκα…

- Τον ξύπνησε

- -σήκου να παγαίνς γιατί σι κουμάτ του βαπόρ αα φυγ κιαα δγεις μον ντανιούσα

- Αχ ζαλίστηκα

- -δε πιραζ πιδίμ μου σήκου

- Γεια σας κύριε Γιάννη θαα γράψω όπως τα είπατε

- -ναι,ναι ας γείσι καλά αμα παγαίν έτς οι γυπάλληλ, του κράτους αα σύρ κουτσνουλιά στα ταμείατ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου